file ποιός είναι ο προσαντολισμός της αγροτικής παραγωγής;

Περισσότερα
10/02/2016 17:08 - 10/02/2016 17:08 #20298 από ismael
ismael δημιούργησε το θέμα: ποιός είναι ο προσαντολισμός της αγροτικής παραγωγής;
ανεβάζω ένα κείμενο δημοσιευμένο εδώ αρχικό κείμενο
σχετικά με τις εξελίξεις στην αγροτική παραγωγή και προσανατολισμό.
το κείμενο παίρνει σαφή θέση, και νομίζω θα ήταν ενδιαφέρουσα μια σχετική συζήτηση, μιας και κυρίως αναφέρεται στην αμπελουργία/οινοποιία/αποσταγματοποιία.
είναι ανετότερο να διαβαστεί στο αρχικό σάιτ, αλλάα το ανεβάζω και εδώ για όποιον δεν μπορεί ή δε θέλει να μπεί, απλά χάνονται οι υπογραμμίσεις.


η αγροτική πολιτική και ο προσαντολισμός της
Πριν από 120 χρόνια, ένας από τους πατριάρχες της Ιταλικής αμπελουργίας και Οινολογίας, ο Σάντε Τσεττολίνι, στον πρόλογο του βιβλίου του “Vini di Famiglia” (σε ελεύθερη μετάφραση «τα σπιτικά κρασιά», τα κρασιά οικογενειακής παραγωγής») έγραφε τα εξής (οι επισημάνσεις του γράφοντος):

Έγραψα αυτό το βιβλίο ως διαμαρτυρία εναντίον της υπερβολικής εύνοιας που ο νόμος της 7ης Ιούλ. 1904 και ο αντίστοιχος κανονισμός για το εμπόριο και τη λεγόμενη γνησιότητα των κρασιών, επιφυλάσσει στους μεγάλους γαιοκτήμονες/αμπελουργούς σε βάρος των μικρών και της λαϊκής κατανάλωσης.
Εύνοια, που στην νομοθεσία των άλλων λαών που καλλιεργούν το αμπέλι (νομοθεσία που από άλλες απόψεις είναι πολύ αυστηρότερη από την δική μας), ή δεν υπάρχει παρα μόνο μερικώς, ή οι σχετικές παραχωρήσεις πλαισιώνονται από αντίστοιχες εγγυήσεις ωστε το τίμιο εμπόριο να μην καταστέλλεται από την καλή του πίστη και να μην ζημιώνεται. Δεν είναι έργο σοφής οικονομίας, ούτε καλώς εννοούμενης διαχειριστικής πολιτικής το να παρεμποδίζεται ο οινοπαραγωγός που θέλει να επωφεληθεί από όλη την πρώτη ύλη που έχει στη διάθεσή του, με την χρήση όλων αυτών των απλών και και υγιειών διαδικασιών που η -, πλέον σχεδόν εκατονταετής- πρακτική, έχει καθιερώσει και η επιστήμη εγκρίνει, για να βελτιώσει και να αυξήσει, εφόσον χρειαστεί, το προϊόν του. Δεν είναι αξιέπαινη η νομοθετική πράξη αυτή που ζημιώνει τους πολλούς προς όφελος των ολίγων· τα δημόσια οικονομικά προς χάριν μιας προνομιούχου κάστας· και την δημόσια υγεία – και ειδικά αυτήν της εργατικής τάξης, την οποία η έλλειψη του κρασιού οδηγεί στον αλκοολισμό1 – για να δώσει πατημα ν’ανέβουν λίγοι φιλόδοξοι πολιτικοί που μην βρίσκοντας άλλο τρόπο για να ξεχωρίσουν απ’το πλήθος, κάνουν το εαυτό τους υπερασπιστή κλειστών και εγωιστικών συμφερόντων.
Υπαγορεύοντας τους κανόνες με τους οποίους ο καλλιεργητής μπορεί να επωφεληθεί πλήρως από τη συγκομιδή του, εγώ πιστεύω οτι έκανα τίμια, καλή, και καίρια δουλειά, έτσι ώστε να προκύψει κάποια ωφέλεια στον τόπο στις χρονιές με φτωχές σοδειές παραγωγής, όπως αυτή η άθλια της τρέχουσας χρονιάς. Αν τι μη άλλο, ας ληφθεί, ως εκ τούτου, λογισμός των προθέσεών μου. Δεν έχω την τύχη να είναι παραγωγός, είμαι ένας γέρος τεχνικός της βιομηχανίας και ένας νηφάλιος καταναλωτής. Η φωνή μου, όσο και λίγο να αξίζει, μπορεί να θεωρηθεί ως η φωνή του ιταλού που δουλεύει και δεν θέλει να στερηθεί την παρηγοριά που του δίνει το προϊόν του αμπελιού, αν και πολύ μέτριας ποιότητας, αρκεί να είναι, απλά μιλώντας, υγιεινό, ευχάριστο, επωφελές στην υγεία. Ελπίζω ότι, σε μία μελλοντική αναθεώρηση προαναφερθέντος νόμου - τόσο χύμα κατανοητού και ακόμα χειρότερα εφαρμοζόμενου - τοΚοινοβούλιο θα λάβει δεόντως υπόψη, εκτός από τα συμφέροντα των μεγαλοαμπελοκαλλιεργητών, και τις απαιτήσεις των λογότερο εχόντων καταναλωτών, διότι οι πλούσιοι έχουν πάντα τον τρόπο να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των συνηθειών τους: αυτό δεν είναι δυνατόν για όποιον ζει από την δουλειά του και με τους περιορισμένους πόρους ενός σφιχτού οικογενειακού ισολογισμού.
Και αυτή η [κοινωνική] τάξη σχηματίζει λεγεώνα [στμ ιταλικός ιδιωματισμός που σημαίνει οτι αποτελείται από μεγάλο πλήθος και έχει εκκρηκτική δυναμική].
Ήδη, η ισχύουσα νομοθεσία, όχι μόνο δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από την κυβέρνηση, αλλά ακόμη και από εκείνους που θα έπρεπε να την εφαρμόζουν και να καταλογίζουν τις σχετικές ποινές.

Καθηγητής Σάντε Τσεττολίνι



Ας σχολιάσουμε λίγο τι έγραφε ο καθηγητής πριν από –το επαναλαμβάνω- 120 χρόνια. Η αξία αυτών που έγραφε τότε για την ιταλία, είναι πολύ επίκαιρη για το σήμερα στην ελλάδα. Ο νόμος στον οποίο αναφέρεται, τόσο σε φορολογικό όσο και σε τεχνικό επίπεδο, έχει απίστευτες ομοιότητες με τα σημερινά που έχουν βγάλει τους αγρότες γενικότερα, αλλά και τους αμπελουργούς και οινοπαραγωγούς είδικότερα στο δρόμο.

Πέραν της κοινότυπης αλλά πάντα επίκαιρης διαπίστωσης του γέροντα καθηγητή οτι «κάποιοι» πολιτικοί για να κάνουν καριέρα προασπίζονται τα συμφέροντα λίγων και ισχυρών, και νομοθετούν ωστε ο νόμος να είναι εγγυητής «υπερβολικής εύνοιας [...]στους μεγάλους γαιοκτήμονες/αμπελουργούς σε βάρος των μικρών και της λαϊκής κατανάλωσης» (και θα ήταν τραγικό φαντάζομαι για τον συγκεκριμένο, να αντιλήφθηκε προς το τέλος της ζωής του οτι, όπως έλεγαν τα κουμμούνια, ο νόμος είναι η βούληση της άρχουσας τάξης ανηγμένη σε δίκαιο), η μεγαλύτερη ομοιότητα, είναι σε αυτό που υποννοείται με τη φράση: «Δεν είναι έργο σοφής οικονομίας, ούτε καλώς εννοούμενης διαχειριστικής πολιτικής το να παρεμποδίζεται ο οινοπαραγωγός που θέλει να επωφεληθεί από όλη την πρώτη ύλη που έχει στη διάθεσή του»


Σε μιά εποχή που η ανάπτυξη (δηλαδή τελικά η αύξηση του Α.Ε.Π.] προβάλλεται ως κυρίαρχος στόχος των ακολουθούμενων πολιτικών, η δε αύξηση του περιθωρίου κέρδους των προϊόντων (η οποία, για να μην ξεχνάμε, ειναι η κύρια πρόφαση για την μείωση του μισθολογικού κόστους και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων) ως αναγκαιότητα, το να μπορεί
-να αυξηθεί η παραγωγή,
-να αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης πρώτων υλών (δηλαδή να μην αφήνεις τίποτα να πηγαίνει χαμένο)
-να διευρυνθεί η παραγωγική βάση (δηλαδή να μπορουν να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότεροι και να καλύπτουν κάθε δυνατό κενό),
Θα έπρεπε λογικά να είναι κυρίαρχες κατευθυντήριες γραμμές.
Αυτό όμως σήμερα δεν συμβαίνει και μάλιστα, διακυρηγμένα δεν συμβαίνει, απροκάλυπτα, και όχι ως αποτέλεσμα κάποιων σκοτεινών μεθοδεύσεων που βάζουν τροχοπέδη στην ανάπτυξη, σαμποτάροντάς την: οι ίδιοι που προκρίνουν την ανάπτυξη, λειτουργούν μειώνοντας την παραγωγική βάση, παρεμποδίζοντας την παραγωγή, αυξάνοντας το παραγωγικό κόστος, περιορίζοντας την δυνατότητα δημιουργίας προστιθέμενης αξίας των παραγωγών. Όχι όλων βέβαια: των μικρών και μεσαίων.

Γιατί όμως;

Ένα αντίστοιχο ερώτημα είχε θέσει, πριν από 60 χρόνια ο Άρης Βελουχιώτης, σε ένα –πικρά διάσημο, μιας και ήταν το τελευταίο του- γράμμα πος τη Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.:
«Γιατί και πάλι θα μας χαρακτηρίζουν το βιός μας ως λαθραίο και θα ξαναπληρώνουμε 2.000 δραχμές για ένα τσιγάρο χωριάτικο καπνό με εφημερίδα;»

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα έχει ήδη αντιληφθεί που βρίσκεται το λάθος στην παραπάνω συνεπαγωγή: η αύξηση της παραγωγής δεν είναι ντε και καλά προαπαιτούμενο για την αύξηση του ΑΕΠ. Δεν σημαίνει οτι όσο πιό πολύ παράγεις, τόσο πιό πολλά βγάζεις.Αντίθετα, μια πολύ μεγάλη αύξηση της παραγωγής, μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση των τιμών και άρα σε κρίση υπερπαραγωγής (τα πιό πολλά κραχ της σύγχρονης ιστορίας, μας λένε οι οικονομολόγοι οτι είναι κρίσεις υπερπαραγωγής, χωρίς αυτό βεβαια να είναι απόλυτα ορθό, αλλά ισχύει και αυτό).
Κατ’αρχάς λοιπόν, ο μόνος τρόπος για να υπάρξει αύξηση του ΑΕΠ χωρίς κρίση υπερπαραγωγής είναι να γίνει ελεγχόμενη αύξηση, η οποία για γίνει θα πρέπει κατ’ανάγκη να είναι συγκεντρωμένη, και όχι διάχυτη: άρα δεν μπορούν να παράγουν όλοι ο,τι και όσο θέλουν, αλλά προγραμματισμένα, ωστε αφ’ενός να καλύπτονται οι δυνατότητες της αγοράς να απορροφήσουν την παραγωγή, και αφ’ετέρουν να μπορεί να κατευθύνεται/χειραγωγείται η αγορά (όπως π.χ. κάνει ο ΟΠΕΚ με την παραγωγή πετρελαίου ανάλογα με το τί συμφέρει τον παραγωγό να παράγει κάθε στιγμή).
Κατα δεύτερο, η αύξηση του κέρδους έχει να κάνει και με την παραγωγικότητα εκτός από την παραγωγή2. Η μεγαλύτερη παραγωγικότητα σημαίνει -συνήθως- μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. Αυτό όμως προϋποθέτει, εκτός των άλλων, εξαντλητική εκμετάλλευση των πόρων, οικονομία κλίμακας, και κυρίως συγκέντρωση του κεφαλαίου, άρα λιγότερους και μεγαλύτερους παραγωγούς3.

Αυτά όμως, αναφέρονται σε έναν οικονομικό σχεδιασμό του οποίου η βασική παράμετρος είναι η μέσο/μακροπρόθεσμη αύξηση του ΑΕΠ: ενός δείκτη παρωχημένου, που δημιουργήθηκε για να μπορεί να παρακολουθείται η ανάκαμψη των κατεστραμμένων από τους πολέμους ευρωπαϊκών οικονομιών και δεν λαμβάνει υπ’όψιν του (όπως πολύ σωστά έχουν κατα καιρούς επισημάνει από σοβαροί οικονομολόγοι –τόσο αστοί όσο και επαναστάτες- μέχρι και προσφάτως ο Πάγκαλος4) τα εσωτερικά στοιχεία των οικονομιών τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο κατανάλωσης ή χρήσης τα οποία δεν καταγράφονται στην επίσημη εμπορευματική οικονομία γιατί δεν ανήκουν σε αυτήν. Τέτοια είναι για παράδειγμα τα ατύπως διακινούμενα (μαύρη οικονομία), η αυτοπαραγωγή/αυτοκατανάλωση και η κατ’οικον εργασία. Ειδικά η τελευταία, παράγει έργο το οποίο είναι αδύνατον να καταγραφεί και μπορεί να ποσοτικοποιηθεί μονο κατ’εκτίμηση: Πόσα χρήματα θα χρειάζονταν αν όλες οι μαμάδες της ελλάδας αντί να φροντίζουν το σπίτι, είχαν μια οικιακή βοηθό και αν όλους τους κατάκοιτους παππούδες τους φρόντιζαν νοσοκόμες αντί για τα παιδιά τους;
Οι ποσότητες αυτές όμως υπάρχουν. Και για να αυξηθεί το ΑΕΠ (δηλαδή για να φανεί οτι υπάρχει ανάπτυξη σύμφωνα με το αντίστοιχο μοντέλο) πρέπει, εκτός από τις αλλαγές σε επίπεδο διαδικασίας παραγωγής, να σταματήσουν να υπάρχουν ή να μειωθούν στο ελάχιστο, για να μπορέσουν να αυξηθούν οι αντίστοιχες ποσότητες που μπορούν να καταγραφούν στο ΑΕΠ.

Και ξαναγυρίζουμε έτσι, στην αγροτική παραγωγή:
-Η ιδιοπαραγωγή/ιδιοκατανάλωση του καπνού ή το οικογενειακό βαγένι με το κρασί, δεν μπορούν να μπουν στο ΑΕΠ. Και όσο και να κάνουμε πλάκα, δεν είναι αμελητέες ποσότητες: υπολογίζοντας μετριοπαθώς περι τις 50.000 οικογένειες αμπελουργών, με 150 λίτρα κρασί ετήσια κατανάλωση η καθεμία (μετριοπαθέστατα) βγάζουμε 7,5 εκατομμύρια λίτρα κρασιού, με μια τιμή περι τα 2 ευρώ/λίτρο (ελάχιστη) μιλάμε για 15 εκατομμύρια ευρώ μόνο για οικογενειακή ιδιοκατανάλωση κρασιού των αμπελουργών: για σκεφτείτε πόσοι μικρομαγαζάτορες βγάζουν το δικό τους κρασί και πόσα σπίτια μη αμπελουργών έχουν το βαρελάκι τους; Για σκεφτείτε τον καπνό για τα τσιγάρα, ή το λάδι για το σπίτι ή τα φρούτα;;

Ακόμα όμως και αν μπορούσαν να μπουν στο ΑΕΠ (πχ με ίδια δήλωση του παραγωγού ή κάτι άλλο) η συνεισφορά τους θα είναι πολύ μικρότερη απο το αν ήταν προϊόντα μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας:Ένα «επώνυμο» και τυποποιημένο κρασί έχει πολύ μεγαλύτερη αξία πώλησης από το χύμα κρασί του μικρού παραγωγού και άρα συνεισφέρει περισσότερο στο ΑΕΠ.

Αυτά τα παραπάνω είναι και ο πραγματικός λόγος που τα τελευταία δέκα-είκοσι χρόνια, αργά αλλά σταθερά και μεθοδικά, καταστέλλεται η μικρή παραγωγή με λαϊκή, ευρείας κατανάλωσης σκόπευση και με συνήθως χύδην μέθοδο διακίνησης, προς όφελος της «επώνυμης», «υψηλής αξίας» παραγωγής τυποποιημένων προϊόντων: Η κυριαρχία σε επίπεδο σχεδιασμού, της φιλοσοφίας οτι πρέπει να αυξηθεί ο χρηματοοικονομικά μετρήσιμος πλούτος, αντί της φιλοσοφίας της παραγωγής του διαχεόμενου κοινωνικά πλούτου, που προάγει την αυτάρκεια.
Προφανώς βέβαια, κανένας δεν πρόκειται να πει στους πολίτες οτι «πρέπει να σταματήσετε να παίρνετε λάδι από το χωριό» ή «να σταματήσετε να ψωνίζετε από την λαϊκή» για να στηριχθεί το ιδεολόγημα της ανάπτυξης: η λογική αντίδραση ακόμα και της γιαγιάς μου θα είναι να τους πει «να πα να γ***θείτε».

Αρχίζει λοιπόν το παραμύθι:
-τα χύμα είναι ανθυγιεινά, γιατί δεν ελέγχονται: Με τεράστιες μηντιακές καμπάνιες, χρηματοδοτούμενες τόσο από την ευρωπαϊκή ένωση όσο και από εθνικούς πόρους, γίνεται πλύση εγκεφάλου στον πληθυσμό ωστε αντίθετα από την κοινη λογική που ορίζει οτι η καλύτερη επιβεβαίωση είναι η ίδια εμπειρία5, να πειστεί οτι ένα πιστοποιητικό ενός τρίτου φορέα είναι πιό αξιόπιστο από την προσωπική εικόνα. Βέβαια, το οτι ο «τρίτος φορέας» (δηλαδή τα υποτιθέμενα «ανεξάρτητα» γραφεία επιθεωρήσεων ή οι κριτικοί/ειδικοί γαστρονομίας που είναι τόσο ανεξάρτητοι και αδιάβλητοι όσο και οι διαβόητοι πλέον οίκοι αξιολόγησης που τζογάρανε με την παγκόσμια οικονομία για ίδιο όφελος) πληρώνεται από τον ελεγχόμενο για να κάνει τον έλεγχο (και φυσικά είναι επιλογής του), δε το λέει κανένας. Σαν να λέμε δηλαδή οτι πρέπει να εμπιστεύομαι τον πρώτο τυχόντα, αλλά όχι τον πρώτο ξάδερφό μου. Και επιπλέον ο πρώτος τυχόντας, να μου λέει οτι το περιεχόμενο ενός κλειστού κουτιού το οποίο πρώτα αγοράζω και μετά δοκιμάζω, είναι καλύτερο από αυτό που πρώτα το δοκιμάζω και μετά το παίρνω6, επειδή το λέει ο τάδε ειδικός (τον οποίο ενδεχομένως να πληρώνει με τον μήνα ή να τον φιλοξενεί στο προσωπικό του chateau για να τα λέει όπως τον συμφέρει).
-όσοι πουλάνε χύμα είναι κλέφτες και φοροφυγάδες: Χαρακτηριστική είναι η καμπάνια κατά του χύμα κρασιού και του χύμα τσίπουρου, τα οποία ενώ είναι αφ’ενός σημαντική παράμετρος του αγροτικού πολιτισμού μας και αφ’ετέρου σημαντική πηγή εσόδων για τους μικροκαλλιεργητές, επειδή συμβάλλουν στην αυτονομία τους, είναι υπο διωγμόν. Τόσο μηντιακά με συνεχείς λίβελλους7 στους οποίους προφανώς είναι αδύνατος ο αντίλογος,όσο και αποκρύπτοντας τα πραγματικά δεδομένα και δημιουργώντας συνθήκες επικίνδυνες για την δημόσια υγεία, ωστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η μελλοντική καταστολή: χαρακτηριστικά, η δημόσια ωφέλεια μόνο σε επίπεδο δημόσιων εσόδων απ΄το χύμα τσίπουρο θα μπορούσε να είναι τεράστια, αφού ο φόρος για το χύμα τσίπουρο προκαταβάλλεται βάσει της εκτιμώμενης ποσότητας και πριν την απόσταξη. Η σκόπιμη όμως μη αδειοδότηση νέων αμβύκων χωρικής απόσταξης και η απαγόρευση απόσταξης προϊόντων μη επαγγελματιών – δηλωμένων αμπελουργών οδηγεί τους παραγωγούς νομοτελειακά στην παρανομία. Έτσι, δημιουργείται χώρος και για τους κακόβουλους και μέσω των εγκληματικών πρακτικών της νοθείας και της διάθεσης επικίνδυνων προϊόντων (και της συνεπακόλουθης κοινωνικής κατακραυγής η οποία βέβαια υποδαυλίζεται κατάλληλα) δικαιολογείται η πλήρης κατάργηση: όπως λέει ο λαός, «μαζί με τα ξερά, καίονται και τα χλωρά». Εν προκειμένω, αφήνουμε να γεμίσει ο τόπος ξερά, γιατί ο στόχος είναι τα χλωρά.

Επειδή όμως το παραμύθι δε φτάνει, βάζουμε και λίγο πλάτη, ή όπως έλεγε ο καθηγητής, «η νομοθετική πράξη αυτή που ζημιώνει τους πολλούς προς όφελος των ολίγων»:
-Έτσι, υπάρχουν τρομεροί περιορισμοί για την καλλιέργεια μικρών εκτάσεων και την μικρή παραγωγή. Ειδικά στην αμπελουργία είναι αδύνατο πρακτικά ένας ιδιώτης να ξεκινήσει μια μικρής έκτασης καλλιέργεια νόμιμα (καθως δικαιώματα φύτευσης διατίθενται περιορισμένα και κατα προτεραιότητα σε μεγάλους ήδη υφιστάμενους αμπελουργούς), αν μπορέσει είναι πάρα πολύ δύσκολο νομικά (και τελείως ασύμφορο) να οινοποιήσει νόμιμα μόνος του βάσει των προβλεπόμενων προδιαγραφών(άρα αναγκαστικά θα πρέπει να πάει σε οινοποιίο να του το οινοποιήσουν δηλαδή παλι συγκεντρωση), και αν το καταφέρει και αυτό, για να εμφιαλώσει θα πρέπει να έχει εμφιαλωτήριο βιομηχανικών προδιαγραφών (ακόμα και για πλαστικά μπουκάλια, δηλ. για μια δουλειά που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος με το χερι του...). Τα σχετικά πρόστιμα για παράβαση των ανωτέρω είναι φυσικά εξοντωτικά8.
-Η σχετική νομοθεσία (και ακόμα περισσότερο η προτεινόμενη αναβάθμισή της) πνίγει κυριολεκτικά οποιονδήποτε παραγωγό επιδιώκει να λειτουργήσει σε μικροκλίμακα ή να διαθέσει μόνος του τα προϊόντα του, και ειδικά τους εμπόρους λαϊκών αγορών.Η προκαταβολή του φόρου, το ΦΠΑ 26% (εισπρακτέο ανα τρίμηνο),οι μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές, οι αυξήσεις στο κόστος γεωργικών εφοδίων ουσιαστικά αφαιρούν στον μικροπαραγωγό το κεφάλαιο κίνησης που είναι αναγκαίο για την προετοιμασία της επόμενης παραγωγής (πως μπορεί κάποιος να αγοράσει σπόρους ή να προετοιμάσει το χωρά φι του εαν όλα τα λεφτά του έχουν πάει σε φόρους και σε τρέχοντα έξοδα; Ακόμα και αν του επιστραφούν μελλοντικά, για να μπορέσει να αγοράσει τα απιτούμενα εγκαίρως, θα πρέπει να δανειστεί, αν μπορεί9, ελπίζοντας να γίνουν οι επιστροφές εγκαίρως για να αποπληρώσει το δάνειο).
-Υπάρχει –με την πρόφαση της ελλειπούς στελέχως των υπηρεσιών- μια διαδεδομένη έλλειχη ελέγχων και ατιμωρησία (στην περίπτωση που παρ’ελπίδα σκάσει κάποιο περιστατικό και δεν μαζεύεται με τίποτα) των φαινομένων μαύρης εργασίας, δουλοπαροικίας μεταναστών και όχι μόνο εργατών χαμηλού κόστους, η οποία δημιουργεί προφανή αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των μεγαλοπαραγωγών (που απασχολούν τέτοιο προσωπικό) και των μικροπαραγωγών/ιδιοαπασχολούμενων/οικογενειακών επχειρήσεων. Η επίκληση του εθνικού συμφέροντος είναι η πάγια μέθοδος δικαιολόγησης –σε ευθυγράμμιση με όσα λέμε παραπάνω για την σημασία της αύξησης του ΑΕΠ- διακαιολόγησης της άτυπης ανοχής τέτοιων φαινομένων, λόγος και για τον οποίο και η Χρυσή Αυγή συμπαρίσταται συστηματικά στους μεγαλοκαλλιεργητές όποτε ξεσηκωθούν οι δούλοι.
-Τα προωθούμενα προϊόντα (τόσο σε επίπεδο διαφήμισης όσο και επιδοτήσεων) είναι προϊόντα που απευθύνονται στην ελιτ: Αντί για ντομάτες, πατάτες (που έρχονται πλέον με καραβια εισαγόμενες από την αίγυπτο και βαφτίζονται εγχώριες10), όσπρια, φρούτα ευρείας κατανάλωσης, δημητριακά, λάδι, κρασί που αποτελούν τη βάση της εγχώριας διατροφικής αυτάρκειας, επιδοτείται η καλλιέργεια φραγκόσυκου, εξωτικών καρπών, αλόης κλπ.
Προϊόντα των οποίων η δυνατότητα εμπορικής διάθεσης είναι εξαιρετικά ευμετάβλητη και μόνο μεγάλοι οργανισμοί με δυνατότητα επηρρεασμού των αγορών, στοκαρίσματος του υπερπροϊόντος και ευρείας πρόσβασης τις αγορές μπορούν να έχουν με ότι αυτό συνεπάγεται και οι οποίοι τελικά είναι οι μοναδικοί πελάτες των παραγωγών, διαμορφώνοντας καρτέλ.
-Προώθηση (με την βοήθεια όλων των ανωτέρω νομικων και οικονομικών περιορισμών αλλά και σχετικής ευνοϊκής φορολογικής αντιμετώπισης των «εργοδοτών»), μεθόδων παραγωγής που προσομοιάζουν στην δουλοπαροικία και στην κατάσταση των κολίγων προ Κιλελέρ και ακόμα χειρότερα: Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συμβολαιακή γεωργία, που είναι πλέον από τις κύριες δραστηριότητες στο portfolio των «συστημικών τραπεζών».


Και τελικά τι μένει;

Ας ξαναγυρίσουμε στον κύριο καθηγητή, 120 χρόνια πίσω.
Δεν μπορώ να φανταστώ την πικρία αυτού του ανθρώπου, που μετά απ΄μια ζωή προσπάθειας να βελτιωθεί και αναδειχθεί η οινοποιία και η αποσταγματοποιία, σκοπεύοντας στην κοινωνική πρόοδο (ο συγκεκριμένος ήταν ένας από τους πατριάρχες της ιταλικής οινολογίας και αποσταγματοποιίας και ακόμη βασική βιβλιογραφική αναφορά στον χώρο), καταλήγει να γράψει ένα μνημειώδες βιβλίο 450 σελίδων το οποίο ουσιαστικά αναφέρεται στην οικιακή οικονομία και που στην πράξη είναι ένα εγχειρίδιο για το πως κάποιος με ασφάλεια (όχι απο νομικής πλευράς αλλά από πλευράς υγείας και διατηρώντας την ηθική του) να παραβεί τον νόμο.

Ίσως όμως, πρέπει να σκεφτούμε να ακολουθήσουμε τις προτάσεις του και το παράδειγμά του.

Όπως έλεγε ο γέρο καθηγητής, εκατόν είκοσι χρόνια πριν από τους anonymous, we are legion.


γιώργης.



1 Όσο και αν φαίνεται παράλογο αυτό που λέει ο καθηγητής, είναι ιστορικά καταγεγραμμένο και στατιστικά αποδεδειγμένο: η αύξηση της τιμής του κρασιού, οδηγεί στην αύξηση της κατανάλωσης βαριών οινοπνευματωδών αμφιβόλου ποιότητας και τελικά στον αλκοολισμό, και μάλιστα το φαινόμενο είναι εντονότερο στην εργατική τάξη.
2 Η παραγωγικότητα είναι –για όσους θυμούνται τα μαθηματικά του σχολείου- η πρώτη παράγωγος της παραγωγής ως προς την παραγωγική μονάδα. Η παραγωγικότητα λ.χ. ενός δακτυλογράφου, είναι ο αριθμός χαρακτήρων που δακτυλογραφεί ανα λεπτό: προφανώς ένας δακτυλογράφος με μεγάλη παραγωγικότητα γράφει πολλούς χαρακτήρες ανα λεπτό, αλλά ένας αργός δακτυλογράφος που κάθεται υπερωρίες έχει την ίδια παραγωγή με έναν γρηγορότερο που δουλεύει οκτάωρο. Αν όμως ορίσουμε την παραγωγικότητα ως προς το μισθολογικό κόστος (με βάση τη λογική χρόνος=χρήμα), ο δεύτερος από τους παραπάνω μπορεί ναι να έχει μεγαλύτερη παραγωγικότητα από τον πρώτο εαν οι υπερωρίες είναι απλήρωτες
3 Αυτός ήταν στην πραγματικότητα, και ο σκοπός της βίαιης κολεχτιβοποίησης των μπολσεβίκων και ο λόγος που τόσο σθεναρά επιτέθηκαν κατά των μικρών παραγωγών: τελικά δηλαδή, απο αριστερής/μαρξιστικής σκοπιάς ο Τσίπρας και η Τρόικα είναι συνεπέστεροι από τον Κουτσούμπα. Ο Μαρξ μάλιστα χαρακτηρίζει την αγροτική μικροιδιοκτησία «Τεράστια διασπάθιση ανθρώπινων δυνάμεων»
4 www.newsit.gr/politikh/Pagkalos-KSylo-stoys-agrotes-kai-kraksimo-se-Mpaziana-Tsipra/573092
5 Δηλαδή αυτό που έλεγαν οι πλανόδιοι «καρπούζι με το μαχαίρι, πρώτα δοκιμάζεις και μετά παίρνεις»
6 Για όποιους θεωρούν το παράδειγμα υπερβολικό, θυμίζω σχετική διαφήμιση για το λάδι προ δεκαετίας, χρηματοδοτούμενη από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους, η οποία έλεγε ακριβως αυτό που λέει το παράδειγμα: μια χυδαία ειρωνία ενος κάτοικου της πόλης, που πιανόταν κορόιδο από τον ξάδερφό του στο χωριό αγοράζοντας χύμα λάδι με ορυκτέλαια, αντί για το καλό, με ISO και τυποποιημένο του επώνυμου παραγωγού/βιομήχανου.
7 Βλέπε για παράδειγμα, σχετικό κατάπτυστο άρθρο στον κυβερνητικών συμφερόντων tvxs: tvxs.gr/news/blogarontas/eleos-pia-me-paranomo-tsipoyro
8 Χαρακτηριστικά: περσινά πρόστιμα για παράνομη φύτευση οινοποιήσιμων ποικιλιών σε ορεινούς δήμους του Νομού Κορινθίας καταλογίστηκαν στο ύψος των 1.500 ευρώ ανα στρέμμα και ανα έτος που παραμένουν τα αμπέλια, η δε εκρίζωση θα πρέπει να γίνει με δαπάνες του ιδιοκτήτη. Η απόδοση ενός μέσου ποτιζόμενου αμπελιού παραγωγικής ποικιλίας δεν ξεπερνά σε καμμία περίπτωση τους 3 τόννους, άρα 3.000 κιλα Χ 0,30 ευρώ/κιλό αξία σταφυλιού μικτά κέρδη (χωρίς, αποσβέσεις, κόστος παραγωγής, φόρους) = 900 ευρώ ανα στρέμμα. Για όποιον θελει να εμβαθύνει στο θέμα η σχετική νομοθεσία εδώ: www.minagric.gr/index.php/el/for-farmer-2/crop-production/ampeli/783-nomothesiaampeli
9 Χαρακτηριστικά, μετά την εξαγορά της Αγροτικής Τράπεζας από την Πειραιώς, η Τράπεζα Πειραιώς (και οι υπόλοιπες συστημικές τράπεζες) αρνούνται να δανείσουν αγρότες με υποθήκη αγροτικών ακινήτων και δέχονται ατύπως (διότι είναι παράνομο)μόνο αστικά ακίνητα (δηλαδή σπίτια και οικόπεδα) προς υποθήκευση. Αυτό είναι κοινό μυστικό πλέον μεταξύ όλων των αγροτών που πλέον δεν μπαίνουν καν στον κόπο να αποτανθούν στις τράπεζες.
10 Ξεφεύγει από τις δυνατότητες του παρόντος κειμένου αλλά είναι σημαντικό να σχολιαστεί το οτι η εισαγωγή αγροτικών προϊόντων πρώτης ανάγκης/βασικής διατροφής όχι μόνο διευκολύνεται αλλά και προωθείται με κάθε τρόπο από την επίσημη πολιτεία. Χαρακτηριστικά να σημειώσουμε οτι καταπώς φαίνεται, ο κύριος λόγος που δεν θα επιτραπεί με κανέναν τρόπο να υπάρξουν μπλόκα στο σιδηροδρομικό δίκτυο είναι η σφοδρή ενόχληση της COSCO, η οποία είναι ο κύριος χρήστης και ο de facto (άτυπα βέβαια) ιδιοκτήτης του σιδηροδρομικού δικτύου και η οποία λύνει και δένει σε επίπεδο κυβέρνησης, κάτι σαν την τσικίτα και την ΙΤΤ στην γουατεμάλα την εποχή των πραξικοπημάτων.
Τελευταία διόρθωση: 10/02/2016 17:08 από ismael.
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": setoinos, Goude, stelios1

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Περισσότερα
11/02/2016 00:43 #20303 από vaggosb
vaggosb απάντησε στο θέμα: ποιός είναι ο προσαντολισμός της αγροτικής παραγωγής;
φίλε μου πολύ εύστοχη η ανάρτησή σου, να ξέρεις το κοινοποιώ στο facebook.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Περισσότερα
11/02/2016 08:21 - 11/02/2016 08:22 #20307 από ismael
ismael απάντησε στο θέμα: ποιός είναι ο προσαντολισμός της αγροτικής παραγωγής;
ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
δεν ξέρω πως δουλεύει το ΄φεισμπουκ (δεν έχω), αλλά ίσως πρέπει να το τραβήξεις από το αρχικό σάιτ που φαίνονται και οι επισημάνσεις, οι διαφορετικοί χαρακτήρες κλπ γιατί όπως είναι εδώ δε διαβάζεται και χάνει νομίζω.
Τελευταία διόρθωση: 11/02/2016 08:22 από ismael.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Περισσότερα
11/02/2016 08:27 - 11/02/2016 08:27 #20308 από ismael
ismael απάντησε στο θέμα: ποιός είναι ο προσαντολισμός της αγροτικής παραγωγής;
παρεπιπτόντως, για όποιον ενδιαφέρεται, το βιβλίο του καθηγητή Τσεττολίνι που αναφέρεται στο κείμενο υπάρχει διαθέσιμο δωρεάν (στα ιταλικά) εδώ:
https://archive.org/details/vinidifamigliada00unse
μαζί με πολλά άλλα ενδιαφέρονται βιβλία για την οινοποιία, την αμπελουργία, την αποσταγματοποιία σε πολλές γλώσσες (αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά κλπ) και όλα δωρεάν
Τελευταία διόρθωση: 11/02/2016 08:27 από ismael.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Περισσότερα
19/02/2016 21:50 #20335 από isaakpa
isaakpa απάντησε στο θέμα: ποιός είναι ο προσαντολισμός της αγροτικής παραγωγής;
Φίλε Ismael ,πάρα πολύ καλή η ανάρτησή σου.
Εγώ αναδημοσιεύω ένα πολύ καλό άρθρο που διάβασα στο Agronews.gr
''Φτάνει το δούλεμα ο κλεφτοπόλεμος δεν είναι πρόοδος'' του Γιάννη Πανάγου
Η κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης των πραγµάτων είναι οδηγός για τη διαχείριση καταστάσεων στο εγγύς και απώτερο µέλλον. Μ’ αυτή τη σκέψη δανειζόµαστε σήµερα στοιχεία από τη Μεταπτυχιακή Εργασία που υπογράφει ο µεταπτυχιακός σπουδαστής του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου ∆ηµήτρης Μπαλαµπανίδης και η οποία ρίχνει φως στο µεταπολεµικό µοντέλο οικονοµικής ανάπτυξης, το οποίο ακολούθησε η Ελλάδα, όπως και τη θέση την οποία κατείχε επ’ αυτού ο τοµέας της αγροτικής παραγωγής.
Η μεταπολεμική περίοδος (1949-1967): οικονομία
Οι εξελίξεις στη µεταπολεµική περίοδο και η βαθιά οικονοµική διαρθρωτική αλλαγή που συντελέστηκε στη χώρα είναι ταυτόχρονα καθοριστικές και αποκαλυπτικές για τους όρους µε τους οποίους συνέβη µια άνευ προηγουµένου πληθυσµιακή και οικιστική «έκρηξη» στην Αθήνα.
Μέχρι το 1950, η µεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της χώρας ζούσε σε χωριά και κωµοπόλεις κάτω των 10.000 κατοίκων και ο αγροτικός τοµέας είχε δεσπόζουσα θέση στην εθνική οικονοµία. Η αγροτική παραγωγή αντιπροσώπευε περίπου το 30% του ΑΕΠ και απασχολούσε το 58% του οικονοµικώς ενεργού πληθυσµού
Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, και µέχρι την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας µια άνευ προηγουµένου αύξηση του αστικού πληθυσµού ξεπέρασε, για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία, τον αγροτικό πληθυσµό. Κατά την απογραφή του 1951, ο αστικός πληθυσµός έφτασε το 37,7%. Κατά την απογραφή του 1961, ο αστικός πληθυσµός έφτασε το 43%, ο αγροτικός πληθυσµός µειώθηκε στο 44% και ο ηµιαστικός παρέµεινε στο 13%. Η µεγαλύτερη αύξηση του αστικού πληθυσµού σηµειώθηκε στην Αθήνα, όπου απορροφήθηκε το 62,7% της συνολικής αύξησης και κατά το 1961 ο πληθυσµός της ήταν µεγαλύτερος από το σύνολο του αστικού πληθυσµού της υπόλοιπης χώρας (Τσουκαλάς 1974). Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, το µερίδιο του βιοµηχανικού τοµέα έφτασε να αντιπροσωπεύει το 35% του ΑΕΠ και να απασχολεί το 27% του οικονοµικώς ενεργού πληθυσµού. Αντίθετα, το ποσοστό του αγροτικού τοµέα στο ΑΕΠ είχε περιοριστεί στο 16% και το ποσοστό του στη συνολική απασχόληση, κοντά στο 40% (Ιορδάνογλου 2003).
Πως εξηγούνται, όµως, τόσο βαθιές αλλαγές σε τόσο µικρό χρονικό διάστηµα; Το κλειδί για την απάντηση βρίσκεται στο αναπτυξιακό µοντέλο που επιλέγει η χώρα µας, µετά το τέλος του εµφυλίου πολέμου.


Αναπτυξιακή στρατηγική
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, η Ελλάδα βρίσκεται σε αναζήτηση µιας ισχυρής αναπτυξιακής στρατηγικής προκειµένου η ελληνική οικονοµία να αυξήσει την παραγωγική της ικανότητα. Η ανασυγκρότηση έχει ήδη ολοκληρωθεί, ενώ εν εξελίξει βρίσκεται η σταθεροποίηση της οικονοµίας µε το πρόγραµµα του 1951-53. Ήδη από το δεύτερο µισό της δεκαετίας του ’40, τόσο ο πληθυσµός όσο και η πλειονότητα της πολιτικής και οικονοµικής ελίτ είχαν πειστεί ότι η επιτάχυνση της ανάπτυξης της χώρας ήταν εφικτή (και επιθυµητή) µέσα από την εκβιοµηχάνισή της. Η πεποίθηση αυτή στηριζόταν σε µια σειρά µελετών από Έλληνες και ξένους ειδικούς (εκθέσεις της FAO, της UNRRA, της επιτροπής Porter καθώς και –από την πλευρά της Αριστεράς- το βιβλίο του ∆ηµήτρη Μπάτση, Η βαρειά βιοµηχανία στην Ελλάδα).
Οι µόνες επιφυλάξεις διατυπώθηκαν από τον τέως διοικητή της ΤτΕ, Κ. Βαρβαρέσο. Στην έκθεση επί του οικονοµικού προβλήµατος της Ελλάδος, που γράφει το 1952, επιµένει στην αναζήτηση των συγκριτικών πλεονεκτηµάτων που ήδη διαθέτει η χώρα, όπως η ναυτιλία, η γεωργία και ο τουρισµός. Την παλιά αυτή συντηρητική συνταγή του µεσοπολέµου υιοθετεί, για τους δικούς της ιδιοτελείς λόγους, και η Αµερική στις διάφορες οικονοµικές εκθέσεις της. Έτσι, οι ξένες οικονοµικές αποστολές όχι µόνο δεν ενθάρρυναν την εκβιοµηχάνιση αλλά και την καταπολέµησαν. Ο καθηγητής Νικολαΐδης, πρώην αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον OECD, γράφει στη Νέα Οικονοµία τον Ιούνιο του 1956 (Τσουκαλάς 1974):
«Η εκβιομηχάνιση συνάντησε άπειρες αντιδράσεις λόγω των συνεπειών που ενδεχοµένως θα είχε αυτή στο εξαγωγικό εµπόριο των ενδιαφεροµένων χωρών και λόγω της οικονοµικής αυτάρκειας που θα δηµιουργούσε σε λίγα χρόνια στην Ελλάδα. Έτσι, εµπορικά, οικονοµικά και πολιτικά συµφέροντα υπαγόρευσαν στις χώρες [που πρόσφεραν οικονοµική βοήθεια] µια ανυπόκριτη εχθρότητα προς τα σχέδια για την εκβιοµηχάνιση της χώρας».
Πράγματι, τα επίσηµα Τετραετή Προγράµµατα Αναπτύξεως απορρίπτονται διαρκώς. Το πρώτο «Προσωρινόν Μακροπρόθεσµον Πρόγραµµα Οικονοµικής Ανορθώσεως της Ελλάδος, 1948-1952», που καταρτίστηκε από το Ανώτατο Συµβούλιο Ανασυγκροτήσεως της χώρας σε συνεργασία µε το Βιοµηχανικό Τµήµα της Αµερικανικής Αποστολής (ECA/G), υποβλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση στον OEEC, στο πλαίσιο των διαπραγµατεύσεων για την κατανοµή του Σχεδίου Marshall, και απορρίφθηκε. Παροµοίως, το επόµενο Πρόγραµµα για την περίοδο 1953-1956, απορρίφθηκε από την MSA/G (την αποστολή που αντικατέστησε την ECA µετά τη στρατιωτικοποίηση του Σχεδίου Marshall). Παρά τις αντιρρήσεις της Αµερικής και την άρνηση οικονοµικής βοήθειας, η αναπτυξιακή στρατηγική για εκβιοµηχάνιση της χώρας δεν εγκαταλείφθηκε από καµιά µεταπολεµική κυβέρνηση. Το βασικό πρόβληµα, όµως, ήταν ποιοι και πώς θα τη χρηµατοδοτούσαν.

Εκβιομηχάνιση και εκμηχάνιση της γεωργίας
Για να πετύχει, λοιπόν, το σχέδιο έπρεπε να ξεπεραστεί πλήθος οικονοµικών δυσκολιών: Η άρνηση οικονοµικής βοήθειας από την Αµερική, η έλλειψη ξένων επενδυτών και η δυσκολία ροής κεφαλαίου καθώς επίσης η δυσκολία τραπεζικής χρηµατοδότησης, αφού οι καταθέσεις τόσο στις δηµόσιες όσο και στις ιδιωτικές τράπεζες µετά το τέλος του εµφυλίου ήταν ελάχιστες.
Η πρώτη απάντηση δόθηκε από την στρατηγική επιλογή της «εισαγόµενης» βιοµηχανίας. Η βαριά βιοµηχανία στην Ελλάδα δεν θα στηνόταν από το µηδέν, αλλά χάρη στην εισαγωγή εξοπλισµού και τεχνολογίας από το εξωτερικό. Στο σηµείο αυτό, µπορεί να φανταστεί κανείς το βαθµό εξάρτησης που συνεπάγεται η επιλογή αυτή, από το ξένο κεφάλαιο και ιδιαίτερα το αµερικανικό.
Η λύση της «εισαγόµενης» βιοµηχανίας επελέγη επίσης επειδή θεωρήθηκε οικονοµικότερη (εφόσον το κράτος αγοράζει έτοιµα µηχανήµατα και τεχνολογία αντί να παραγεί το ίδιο τα δικά του) και µε πιο γρήγορα αποτελέσµατα για την τόνωση της εθνικής οικονοµίας. Αυτά βέβαια ισχύουν απολύτως, µόνο όµως βραχυπρόθεσµα και όχι σε βάθος χρόνου. Στο Πρόγραµµα για την περίοδο 1953-56, λοιπόν, γίνεται λόγος για επτά µεγάλες στρατηγικές επενδύσεις και τη σύνδεση του βιοµηχανικού µε το ενεργειακό πρόγραµµα. Το κράτος δηλώνει διατεθειµένο να αναλάβει την υλοποίηση κατά 50% και επιδιώκει να εξασφαλίσει ξένους επενδυτές για το υπόλοιπο.
Παράλληλα, εξίσου στρατηγική ήταν η επιλογή για εκµηχάνιση της γεωργίας µε στόχο την αύξηση της παραγωγικής της ικανότητας. Το κράτος αναλάµβανε να επενδύσει σε εγγειοβελτιωτικά έργα που, σε συνδυασµό µε την αγορά γεωργικών µηχανηµάτων, την ενίσχυση της λίπανσης, την προσθήκη νέων εξαγώγιµων προϊόντων και τη δηµιουργία νέων καλλιεργήσιµων εκτάσεων, θα τόνωναν την παραγωγή. Και πράγµατι, την περίοδο 1950-73, ο αγροτικός τοµέας σηµείωσε ταχείς ρυθµούς µεγέθυνσης. Η εκµηχάνιση, όµως, της γεωργίας σε συνδυασµό µε τις προσδοκίες που δηµιουργούσε η ανάπτυξη βιοµηχανίας για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την έλξη που ασκούσε η νέα καταναλωτική κοινωνία προκάλεσαν όλα µαζί µια άνευ προηγουµένου αγροτική «έξοδο» προς αστικά κέντρα. Στους λόγους για τη µετακίνηση του αγροτικού πληθυσµού πρέπει να συνυπολογίζουµε και τους διωγµούς οικογενειών από τον τόπο τους, ως «µη εθνικόφρονες», που αναζήτησαν καταφύγιο στην ανωνυµία των πόλεων.
Δυστυχώς, οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Η «εισαγόµενη» βιοµηχανία δεν ήταν δυνατόν να δηµιουργήσει τόσες θέσεις εργασίας όσες χάθηκαν εξαιτίας της εκµηχάνισης της γεωργίας. Έτσι, η πλειονότητα των άλλοτε αγροτών µετανάστευσε στο εξωτερικό, ένω όσοι παρέµειναν στην Αθήνα βρέθηκαν καταρχάς χωρίς δουλειά και στέγη. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50, λοιπόν, η Αθήνα είχε να αντιµετωπίσει δύο οξύτατα προβλήµατα: Μια τροµακτική οικιστική πίεση και ένα τροµακτικό ποσοστό ανεργίας.
Πηγές χρηματοδότησης: βιομηχανία και γεωργία
Το ελληνικό κράτος έπρεπε να βρει τρόπους χρηµατοδότησης χωρίς να υπολογίζει σε ξένη οικονοµική βοήθεια. Ενώ τα πρώτα χρόνια µετά το τέλος του εµφυλίου οι καταθέσεις στις τράπεζες είναι ελάχιστες, µετά το 1955 οι αποταµιεύσεις αρχίζουν να διοχετεύονται στο τραπεζικό σύστηµα µε επιταχυνόµενους ρυθµούς, από 5% φτάνουν στο 20% του ΑΕΠ µέσα σε µια πενταετία (Σταθάκης 2000), και ήδη το 1960 η εθνική αποταµίευση είναι υψηλή. Αυτό συνέβη χάρη στη νοµισµατική σταθεροποίηση του 1953 και χάρη στην αποκατάσταση της εµπιστοσύνης του κόσµου στη δραχµή. Μέχρι τότε, εξαιτίας της υποτίµησης, ο κόσµος προτιµούσε να συναλλάσσεται µε χρυσές λίρες έως ότου η πώλησή τους απαγορεύτηκε. Η αύξηση, όµως, των αποταµιεύσεων είχε κατά συντρηπτική πλειοψηφία τη µορφή των καταθέσεων ταµιευτηρίου, γεγονός που δηµιουργούσε περιορισµούς στις τράπεζες για τη χρήση των πόρων για µακροπρόθεσµο δανεισµό.
Εν τω μεταξύ, η συµµετοχή της Ελλάδας στο σύστηµα διεθνούς εµπορίου και στο διεθνές σύστηµα σταθερών ισοτιµιών, µετά την ένταξή της στη Γενική Συµφωνία ∆ασµών και Εµπορίου (GATT) και το ∆ΝΤ, περιόριζε την εθνική δικαιοδοσία στην εφαρµογή ακραίας δασµολογικής πολιτικής και επέβαλε τον εκτεταµένο κρατικό έλεγχο στο τραπεζικό σύστηµα. Στο πλαίσιο, λοιπόν, του αναπτυξιακού προγράµµατος εκβιοµηχάνισης της χώρας, το κράτος αναλάµβανε να ρυθµίζει τις γενικές συνθήκες λειτουργίας του βιοµηχανικού και του αγροτικού τοµέα. Έτσι, διαµορφώθηκε το θεσµικό πλαίσιο για τον βιοµηχανικό τοµέα, που είχε ως κύρια αιχµή τη διαµόρφωση συνθηκών «θετικής διάκρισης» υπέρ των βιοµηχανικών επενδύσεων και της οικονοµικής λειτουργίας της βιοµηχανικής παραγωγής. ∆ίπλα στα κίνητρα για το ξένο κεφάλαιο, προστέθηκαν κίνητρα για τις εγχώριες επενδύσεις και, ακόµα, περιφερειακά κίνητρα για την ενίσχυση των επενδύσεων παρά στην αποκέντρωση. Τέλος, το κράτος αναλάµβανε τη ρύθµιση του βαθµού προστασίας της βιοµηχανίας καθώς και την εξασφάλιση ευνοϊκών συνθηκών για τη βιοµηχανία στον εργασιακό χώρο.
Η ανάπτυξη της βιοµηχανίας, λοιπόν, και κατά δεύτερο λόγο της γεωργίας, ήταν η προτεραιότητα των προτεραιοτήτων για την οικονοµική ανάπτυξη της χώρας. Όπως φάνηκε ήδη, το κράτος δηµιούργησε αποφασιστικά τις συνθήκες, όλες οι επιχειρηµατικές και επενδυτικές προσπάθειες προσανατολίστηκαν σ’ αυτήν και υποστηρίχθηκε περισσότερο από κάθε άλλο παραγωγικό τοµέα από τις επίσηµες ή, αλλιώς, ορατές πηγές χρηµατοδότησης, δηλαδή τόσο από τις δηµόσιες τράπεζες όσο και από τις ιδιωτικές (που βρίσκονταν κάτω από ασφυκτικό κρατικό έλεγχο). Συγκεκριµένα, οι πόροι προσανατολίστηκαν κατά 40% στη βιοµηχανία και κατά 35% στη γεωργία, όπως η δεσµευτική πολιτική των κλαδικών ποσοστώσεων επέβαλε στις τράπεζες να πράξουν, µε τους άλλους τοµείς να έχουν πολύ µικρά µερίδια.
Η αναλυτική εικόνα δείχνει ότι: α) Οι δηµόσιες επενδύσεις, αντλώντας χρήµατα από τον κρατικό προϋπολογισµό αλλά και τους τραπεζικούς πόρους, προσανατολίστηκαν στον εξηλεκτρισµό της χώρας, µέσα απ’ την κατασκευή θερµοηλεκτρικών και υδροηλεκτρικών µονάδων, στις συγκοινωνιακές υποδοµές, κυρίως σε αυτοκινητόδροµους και λιγότερο σε µέσα σταθερής τροχιάς, και στις τηλεπικοινωνίες όσον αφορά στη βιοµηχανία, ενώ όσον αφορά στη γεωργία, προσανατολίστηκαν κυρίως στα εγγειοβελτιωτικά έργα. β) Το ξένο κεφάλαιο, δανειζόµενο από τις δηµόσιες και τις ιδιωτικές τράπεζες, έστρεψε τις επενδύσεις του κυρίως σε ναυπηγεία, διυλιστήρια, κ.ά., ενώ γ) το εγχώριο κεφάλαιο, δανειζόµενο επίσης από τις τράπεζες, έστρεψε τις επενδύσεις του κυρίως στην τσιµεντοβιοµηχανία, τη χηµική βιοµηχανία, τη βιοµηχανία χαρτιού και καταναλωτικών αγαθών κ.ά.
Για τις δημόσιες επενδύσεις, αξίζει να σηµειωθεί ότι µόνες τους δεν θα µπορούσαν να υποστηρίξουν την ανάπτυξη της χώρας και ότι αποφασιστική υπήρξε η συµβολή των άδηλων πόρων, δηλαδή του ξένου συναλλάγµατος από τον τουρισµό, τα εµβάσµατα των µεταναστών και τη ναυτιλία.
Όσο για την τραπεζική χρηµατοδότηση, αξίζει να σηµειωθεί ότι συνιστούσε αντικείµενο οξυµένου ανταγωνισµού και η απόκτηση προνοµιακής θέσης σ’ αυτήν ενίσχυε σηµαντικά την ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων. Η κατανοµή των τραπεζικών πιστώσεων ανάµεσα στις βιοµηχανικές επιχειρήσεις στις αρχές ττου ’50 είναι ενδεικτική: Οι δανειακές υποχρεώσεις 14 επιχειρήσεων κάλυπταν το ένα τρίτο των συνολικών, 34 επιχειρήσεων το µισό, ενώ πάνω από 2,5 χιλιάδες συµµετείχαν στο υπόλοιπο µισό (Σταθάκης 2000).
Ωστόσο, η τραπεζική χρηµατοδότηση δεν µπορεί να ερµηνεύσει από µόνη της ολόκληρη την επενδυτική δραστηριότητα της εποχής στο βιοµηχανικό τοµέα. Πέρα από τον τραπεζικό δανεισµό, πολύ σηµαντικές πηγές χρηµατοδότησης των βιοµηχανικών επενδύσεων υπήρξαν ο εξωτραπεζικός δανεισµός και η εµπορική πίστη που πρόσφεραν οι ξένοι προµηθευτές στις επιχειρήσεις, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ώστε να διευκολυνθεί η εισαγωγή εξοπλισµού και η προµήθεια πρώτων υλών. Το τελευταίο, βέβαια, έχει εδώ δευτερεύουσα σηµασία. Συγκρατώ, κυρίως, ότι αν οι περίφηµες επίσηµες ή, αλλιώς, ορατές πηγές χρηµατοδότησης (ο πρϋπολογισµός και οι τράπεζες) υποστήριξαν κάποιους παραγωγικούς τοµείς, τότε αυτοί ήταν πράγµατι, και σχεδόν αποκλειστικά, η βιοµηχανία και, κατά δεύτερο λόγο, η γεωργία.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.231 δευτερόλεπτα
Powered by Kunena Φόρουμ